nivel
»dictionar roman grec
» Diacritice[RO] â ă î ş ţ
manivelă - μανιβελα
manivelă - μεταχειριζομαι
manivelă - χειριζομαι
manivelă - χερουλι
nivel - αεροπλανο
nivel - επιπεδο
nivel - πλανη
nivel - ροκανι
nivel - σταθμη
manivelă - μεταχειριζομαι
manivelă - χειριζομαι
manivelă - χερουλι
nivel - αεροπλανο
nivel - επιπεδο
nivel - πλανη
nivel - ροκανι
nivel - σταθμη

