joc

»

dictionar roman grec

» Diacritice
[RO] â ă î ş ţ
 
batjocori - βιαιοπραγια
batjocori - επιθεση
batjocori - επιτιθεμαι
batjocori - περιγελω
batjocori - σαρκαζω
batjocori - χλευαζω
batjocoritor - περιφρονητικος
batjocoritor - χλευαστικος
batjocură - γελοιοποιω
batjocură - διαμαρτυριες
batjocură - διασυρμος
batjocură - κιγκλιδωμα
batjocură - κοροιδια
batjocură - λοιδορια
batjocură - λοιδορω
batjocură - παρωδια
batjocură - χλευασμος
joc - αγωνας
joc - απασχοληση
joc - ενασχοληση
joc - εργο
joc - θεατρικο εργο
joc - παιζω
joc - παιχνιδι
joc - παριστανω
joc - παριστα
joc - ρυθμος
joc - σαρκα ζωων κυνηγιου
joc - σπιρτο
joc - στυλ