ime

»

dictionar roman grec

» Diacritice
[RO] â ă î ş ţ
 
agerime - διεισδυση
aliment - σιτιζω
aliment - ταιζω
aliment - τροφη
aliment - τροφοδοτω
aliment - φαγητο
aliment - φαι
alimenta - σιτιζω
alimenta - ταιζω
alimenta - τροφοδοτω
alimente - μπακαλικο
asprime - απανθρωπια
asprime - προχειρος
asprime - σκληρος
asprime - τραχυς
asprime - τραχυτητα
ciment - λασπη
ciment - μπετο
ciment - οστεινη
ciment - τσιμεντο
cincime - πεμπτος
compartiment - θαλαμος σε τραινο
compartiment - μερος
compartiment - τμημα
complimente - σεβαμος
complimente - σεβασμος
complimente - σεβομαι
condimentare - αρτυμα
cruzime - απανθρωπια
doisprezecime - δωδεκατος