ce

»

dictionar roman grec

» Diacritice
[RO] â ă î ş ţ
 
afacere - αγορα
afacere - δεσμος
afacere - δοσοληψιες
afacere - δουλεια
afacere - δουλειες
afacere - επιχειρηση
afacere - μοιραζω
afacere - νταραβερι
afacere - παζαρευω
afacere - τιμη ευκαιριας
afacere - υποθεση
apendice - παραρτημα
apendice - προσαρτημα
apendice - σκωληκοειδης αποφυση
ascedent - ανηφορικος
ascedent - ανηφορος
ascedent - ανω
ascedent - πανω
autoservice - γκαραζ
bălăceală - γονατα
bălăceală - γυρος
bălăceală - παφλαζω
bălăceală - πλαταγιζω
bălăceală - φλοισβιζω
bisericesc - γραφειοκρατικος
boccea - δεσμη
boccea - δεσμιδα
boccea - ματσο
boccea - σωριαζω
boccea - τσουβαλιαζω