buna
»dictionar roman grec
» Diacritice[RO] â ă î ş ţ
bunăstare - προνοια
bunătate - αρετη
bunătate - προσον
bunătate - προτερημα
bunătate - φρονιμαδα
bunăvoinţă - καλη θεληση
bunăvoinţă - καλοσυνη
bunăvoinţă - συμμορφωση
bunăvoinţă - φιλανθρωπια
imbunătăţi - βελιτωνω
imbunătăţi - βελτιωνομαι
imbunătăţire - βελτιωση
răzbuna - ανταποδιδω
răzbuna - ασκω αντιποινα
răzbuna - εκδικουμαι
răzbunare - εκδικηση
răzbunare - ρεβανς
răzbunător - εκδικητικος
răzbunător - μνησικακος
tribunal - αυλη
tribunal - γηπεδο
tribunal - διακυνδινευω
tribunal - δικαστηριο
tribunal - εδρα
tribunal - εδρανο
tribunal - ερωτοτροπω
tribunal - παγκακι
tribunal - παγκος
bunătate - αρετη
bunătate - προσον
bunătate - προτερημα
bunătate - φρονιμαδα
bunăvoinţă - καλη θεληση
bunăvoinţă - καλοσυνη
bunăvoinţă - συμμορφωση
bunăvoinţă - φιλανθρωπια
imbunătăţi - βελιτωνω
imbunătăţi - βελτιωνομαι
imbunătăţire - βελτιωση
răzbuna - ανταποδιδω
răzbuna - ασκω αντιποινα
răzbuna - εκδικουμαι
răzbunare - εκδικηση
răzbunare - ρεβανς
răzbunător - εκδικητικος
răzbunător - μνησικακος
tribunal - αυλη
tribunal - γηπεδο
tribunal - διακυνδινευω
tribunal - δικαστηριο
tribunal - εδρα
tribunal - εδρανο
tribunal - ερωτοτροπω
tribunal - παγκακι
tribunal - παγκος

